ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα, συνέπεια και επιτυχία  υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και έχει μακροχρόνια εμπειρία στην παροχή νομικών υπηρεσιών για την διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη μας, είτε αυτός είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας είτε κατηγορούμενος ως δράστης άσκησης ενδοοικογενειακής βίας. Οι δικηγόροι του γραφείου μας, έχοντας άρτια επιστημονική κατάρτιση και παρακολουθώντας όλες τις τρέχουσες αλλαγές σε νομικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, παρέχουν πλήρη νομική υποστήριξη με μεθοδικότητα, ευελιξία, αξιοπιστία και ταχύτητα, πάντοτε με γνώμονα την αποτελεσματική και άρτια προάσπιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κάθε πελάτη μας, όχι μόνο στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και εκτός, μέσω ενημέρωσης του πελάτη και υπόδειξης της πιο πρόσφορης οδού ή στρατηγικής για την ευδοκίμηση των επιδιώξεών του και την ορθή εφαρμογή του νόμου για την απονομή δικαιοσύνης.

 

  1. 1.      Το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας

Η βαθιά οικονομική ύφεση με την οποία έχει έλθει αντιμέτωπη η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, οι δυσμενείς κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες (οικονομική κρίση, ανεργία, μεγάλος αριθμός μεταναστών) έχουν μοιραία συμβάλλει στην αλλαγή του τρόπου ζωής και σκέψης, αναπαράγοντας διαρκώς το φόβο της θυματοποίησης και την αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Το «αθέατο» αυτό  κοινωνικό φαινόμενο παθογένειας περιλαμβάνει την άσκηση κάθε είδους βίας ή κακοποίησης (σωματικής, σεξουαλικής,  ψυχολογικής, συναισθηματικής) που ασκείται σε βάρος του θύματος. Προστατευόμενα πρόσωπα είναι οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς α΄ και β΄ βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας μέχρι δ΄ βαθμού, οι ανάδοχοι γονείς, οι δικαστικοί παραστάτες εφόσον συνοικούν, καθώς επίσης κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Επίσης προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους εφόσον αυτά συνοικούν, καθώς και οι τέως σύζυγοι.  Το φαινόμενο συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών και σημαντικό είναι πως η βία δεν απαιτείται να είναι μόνο σωματική για να διωχθεί ο θύτης (αν και είναι πιο εύκολο να διαγνωσθεί), αλλά ο όρος βία με την ευρεία ερμηνεία του  περιλαμβάνει την απειλή, την εξύβριση, την λεκτική ή ψυχολογική βία, την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας (βιασμός και μέσα στον γάμο) και της προσωπικότητας εν γένει, τον φυσικό περιορισμό (εξαναγκασμό σε απομόνωση), την οικονομική βία (στέρηση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων για την αξιοπρεπή διαβίωση του θύματος), συμπεριφορές με την μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης), την παρακώλυση απονομής δικαιοσύνης και γενικά κάθε συμπεριφορά που προκαλεί φόβο/τρόμο/ανησυχία και στοχεύει στη γενικότερη απαξίωση της προσωπικότητας (υποτιμητική κρίση, κλονισμό αυτοεκτίμησης κ.α.). 

 

  1. 2.      Νομικές διατάξεις – Νομική αντιμετώπιση ενδοοικογενειακής βίας

Η ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζεται στη χώρα μας ως έγκλημα/ποινικό αδίκημα  και τιμωρείται από τις διατάξεις ειδικού νόμου (Ν. 3500/2006), στον οποίον ορίζεται ρητά ότι η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται.

  • Τα ποινικά αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας διακρίνονται σε πλημμελήματα (π.χ. ενδοοικογενειακή απλή σωματική βλάβη και εντελώς ελαφριά σωματική βλάβη που προκαλείται από συνεχή συμπεριφορά, ενδοοικογενειακή απειλή κ.α.) και κακουργήματα (βιασμός εντός του γάμου, ενδοοικογενειακή βαριά σωματική βλάβη με επιβαρυντική περίσταση αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της πράξης του, κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια κ.α.).

Ορισμένα από τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας (ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, παράνομη βία και απειλή, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, παρακώλυση απονομής δικαιοσύνης) διώκονται αυτεπαγγέλτως, που σημαίνει υποχρεωτικά, άλλως δεν είναι απαραίτητη η μήνυση από την πλευρά του θύματος για να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του δράστη.

  • Ως προς τις προβλεπόμενες εκ του νόμου ποινές ενδεικτικά αναφέρουμε ότι:

-η πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από 1 έως 5 έτη

-αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από 2 έως 5 έτη

-αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από 5 έως 10 έτη.

Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο αδυνατεί για οποιονδήποτε λόγο να  αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία που ασκείται εις βάρος του.

  • Οι δικηγόροι του γραφείου μας συνδράμουν και εκπροσωπούντοθύμα ενδοοικογενειακής βίας, που έχει τις εξής νομικές δυνατότητες:

α/ αφού καταγγείλει το συμβάν ώστε να καταγραφεί από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο, να προχωρήσει μέσω των δικηγόρων του γραφείου μας στην σύνταξη και υποβολή εγκλήσεως/μηνύσεως προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη στο θύτη ώστε αυτός να καταδικασθεί με τις προβλεπόμενες εκ του νόμου ποινές. Επισημαίνεται ότι για την υποβολή μηνύσεως δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου (όπως για τις μηνύσεις άλλων εγκλημάτων).

β/ να εγκαταλείψει την κοινή στέγη, αφού όμως πρώτα κοινοποιήσει στον δράστη  εξώδικη δήλωση,η οποία θα συνταχθεί με την συνδρομή των δικηγόρων του γραφείου μας, στην οποία να περιγράφει όλο το ιστορικό βίας μέσα στην οικογένεια και τους λόγους που εξαναγκάζουν το θύμα να φύγει από την οικογενειακή στέγη. Η εξώδικη δήλωση λαμβάνεται υπόψη κατά την διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, ιδίως αν δεν έχει προηγηθεί άλλη νομική ενέργεια από την πλευρά του θύματος (π.χ. μήνυση).  

β/ να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους του γραφείου μας, και με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την έκδοση προσωρινής διαταγής να ζητήσει την απομάκρυνση του δράστη από την κοινή στέγη (την μετοίκησή του), την απαγόρευση να πλησιάζει σε αυτή, όπως και στο χώρο εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας και γενικότερα να απαγορευτεί η επαφή του δράστη με το θύμα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Επίσης μπορεί με την ίδια διαδικασία το θύμα να ζητά να του παραδοθούν όσα του ανήκουν (οικοσυσκευή) καθώς επίσης τη ρύθμιση επιμέλειας ανηλίκων τέκνων, διατροφή, προσωπική επικοινωνία με τέκνα κλπ.

γ/ να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία θα συνταχθεί από τους δικηγόρους του γραφείου μας, διεκδικώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία ειδικά στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 1.000 ευρώ (εκτός αν ο παθών επιθυμεί να ζητήσει μικρότερο ποσό).

  • Οι δικηγόροι του γραφείου μας συνδράμουν και εκπροσωπούν τον κατηγορούμενο ως δράστη ενδοοικογενειακής βίας, ο οποίος έχει τις εξής νομικές δυνατότητες:

–          Να ζητήσει νομικές συμβουλές από τους δικηγόρους του γραφείου μας για την προβολή των στοιχείων υπεράσπισής του με σκοπό την απαλλαγή από τις αποδιδόμενες κατηγορίες.

–          Να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους του γραφείου μας και να ασκήσει αγωγή που θα συνταχθεί από δικηγόρο διεκδικώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (προσβολής της προσωπικότητάς του).

–          Να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους του γραφείου μας, να ζητήσει να αρθεί η προσβολή (εφόσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος).  

 

Η ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΩΣ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Στην περίπτωση αυτή που έκρινε ο Άρειος Πάγος, ο σύζυγος  να συνυπολογισθεί στην κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και η αναφερόμενη αξία της ψιλής κυριότητας της επί της οδού …αρ. ., στον Δήμο … , οικοδομής, την οποία (οικοδομή) ανήγειραν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους επί οικοπέδου της αναιρεσίβλητης και της οποίας την ψιλή κυριότητα μεταβίβασε η αναιρεσίβλητη λόγω γονικής παροχής στα τέκνα των διαδίκων με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. …/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ. Μιχαηλίδη και με σκοπό να βλάψει τον αναιρεσείοντα (καταδολιευτική μεταβίβαση, άρθρ. 939 επ. του ΑΚ).

Ο σύζυγος υποστήριξε ότι εφόσον η καταδολιευτική κατ` αυτόν, γονική παροχή έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας (Μάιος 1998) από την έναρξη της διάστασης των διαδίκων (Μάιος 1995), οπότε ο ίδιος είχε γεγεννημένη αξίωση στα αποκτήματα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 1400 παρ. 2 του ΑΚ), ανεξαρτήτως του ότι άσκησε την αγωγή του μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων.

Το Δικαστήριο απέριψε γιά νομικούς λόγους ως παράνομο το αίτημα του συζύγου να διαρρηχθεί η γονική παροχή.

ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Παρατίθεται το κείμενο απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γιά να δειχθεί ο τρόπος που τα Δικαστήρια υπολογίζουν το ύψος της διατροφής τόσο του ανηλίκου όσο κα της συζύγου ανάλογα με το επίπεδο ζωής που είχαν όσο διαρκούσε η συμβίωση.

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 14.05.2001 στον Ιερό Ναό … στη … Από το γάμο τους απέκτησαν την 09.12.2005 ένα θήλυ τέκνο τη ……………… Η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν αρχικά ομαλή και δεν παρουσίαζε προβλήματα, παρά την μεταξύ τους απόσταση, σε αυτό συντελούσε το γεγονός ότι ο καθ` ου, ο οποίος ήταν υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και απασχολείται σε πλοία που πραγματοποιούσαν υπερπόντια ταξίδια, εξασφάλιζε ένα καλό επίπεδο ζωής στον ίδιο αλλά και στην οικογένειά του. Το Μάρτιο του έτους 2012, ο καθ` ου επέστρεψε στην Ελλάδα, ότε και δήλωσε στην αιτούσα ότι αποχωρεί από τη συζυγική κατοικία, έκτοτε σταμάτησε να συνεισφέρει οτις οικογενειακές ανάγκες και να διαμένει με την αιτούσα και την κόρη τους έχοντας μετοικήσει. Ο καθ` ου είναι 40 ετών, υγιής και εργάζεται ως υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Το οικονομικό έτος 2012 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 82.664,20 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2012), το έτος 2011 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 83.543,92 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2011), το έτος 2010 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 81.222,84 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2010), το οικονομικό έτος 2009 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 74.595,26 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2009), επομένως, αποκομίζει μηνιαίως περί τις 6.890,00 ευρώ. Επίσης είναι κάτοχος ενός πολυτελούς αυτοκινήτου της εταιρίας κατασκευής …………, 3.387 κ.ε. αξίας 37.000 ευρώ καθώς και ενός έτερου οχήματος της εταιρίας κατασκευής …………….. (……………..) 1.699 κ.ε, αξίας 25.000 ευρώ περίπου. Παράλληλα ο καθ` ου έχει λάβει: α) καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο 24.535,00 ευρώ από την Τράπεζα …………….. με μηνιαία δόση 595,00 ευρώ (βλ. αντίγραφο λογαριασμού της Τράπεζας …………..), β) δάνεια με σκοπό την αγορά μεταφορικού μέσου ποσών 26.000,00 και 7,000,00 ευρώ από της ……………. μέλος της …………, γ) καταναλωτικό-προσωπικό δάνειο 6.900,00 ευρώ από την τράπεζα …………….. με υπόλοιπο 1877,88 ευρώ και δ) στεγαστικό δάνειο ποσού 30.000,00 ευρώ από την Τράπεζα …………… για το οποίο επιβαρύνεται με μηνιαία δόση 535,13 ευρώ και με υπόλοιπο 6.400 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά οι μηνιαίες οικονομικές δυνάμεις του καθ` ου, πραγματικές και υποθετικές του καθ` ου ανέρχονται στο ποσό των 6.000 ευρώ.

Η αιτούσα είναι 38 ετών, απααχολείται ως βοηθός νηπιαγωγού σε ιδιωτικό σχολείο, λαμβάνει καθαρά μηνιαίως περί τα 1000,00 ευρώ (βλ. καταστάσεις μισθοδοσίας της εταιρίας ……………..), ενώ έχει στην ψιλή κυριότητά της ένα διαμέρισμα επιφανείας 105 τμ.. του οποίου τη χρήση της έχει παραχωρήσει η επικαρπώτρια μητέρα της καθώς και την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος 98 τμ. στο Παλαιό Φάληρο Αττικής από το οποίο δεν έχει εισοδήματα. Αυτή είναι επιβαρυμένη με στεγαστικό δάνειο υπόλοιπου ποσού 35.672,11 ευρώ, το οποίο δεν αφορά την επισκευή της κοινής εξοχικής κατοικίας μεταξύ των συζύγων, διότι ελήφθη την 05.02.2004 (βλ. βεβαίωση χορήγησης δανείου της Ελληνικής Τράπεζας), ενώ την κοινή εξοχική τους κατοικία οι διάδικοι την απέκτησαν μεταγενέστερα. Ενόψει των ανωτέρω οι μηνιαίες οικονομικές δυνάμει της αιτούσας υπολογίζονται στο ποσό των 1.200 ευρώ. Ενώ το σύνολο των οικογενειακών αναγκών των συζύγων βάσει του βιοτικού επιπέδου που είχε διαμορφωθεί ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται οι δύσεις δανείων, για τις οποίες είναι υπόχρεος ο σύζυγος.

Ο καθ` ου επικαλείται ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται οφείλεται στην κακή διαχείριση των οικονομικών εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία καθ` όλο το χρονικό διάστημα του έγγαμου βίου τους διαχειριζόταν τα χρήματα τα οποία αυτό αποκόμιζε από την εργασία του. Πράγματι όπως συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους δεν προέβησαν σε αποταμίευση των εσόδων τους, αντίθετα αυτοί προκειμένου να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες (αγορά πολυτελών αυτοκινήτων, ρούχων, έξοδα διασκέδασης) διέθεταν όσα αποκόμιζαν, λαμβάνοντας επιπλέον καταναλωτικά δάνεια, τούτο όμως υπήρξε κοινή επιλογή και απόφαση αμφοτέρων των συζύγων και δεν οφείλεται στην αιτούσα όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο καθ` ου. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο αφενός από το γεγονός ότι ο καθ` ου πολύ πριν το Μάρτιο του έτους 2012 αγόρασε τα ανωτέρω πολυτελή αυτοκίνητα, προβαίνοντας μάλιστα σε λήψη καταναλωτικών δανείων για την αγορά τους, ενώ μέχρι το Μάρτιο του έτους 2012 αυτός συνέχιζε να αποστέλλει με εμβάσματα το σύνολο σχεδόν της μισθοδοσίας του (το έτος 2011 κατέθεσε το συνολικό ποσό των 63.000 ευρώ, (βλ. απόκομμα κίνησης λογαριασμού χρονικού διαστήματος 01.01.2011-3 1.12.2011 του με αριθμό ……………. τραπεζικού λογαριασμού), τον οποίο διαχειριζόταν η σύζυγός του. Αντίθετα η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης πιθανολογήθηκε ότι οφείλεται στη σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης εκ μέρους του καθ` ου με τρίτο άτομο, τούτο πιθανολογείται από το γεγονός ότι ο καθ` ου σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «FACEBOOK» αναφέρει ότι ευρίσκεται σε σχέση την 18.12.2011, με το σχόλιο «Η KALYTERH MERA STH ΖΟΗ ΜΟΥ» σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το την αναλυτική κατάσταση συναλλαγών του μήνα Μαρτίου 2012 της με αριθμό …………… πιστωτικής κάρτας …………… του καθ` ου, αυτός προέβη την 30.03.2012 (ότε και είχε διασπασθεί η μεταξύ τους έγγαμη συμβίωση) σε αγορά από το κατάστημα γυναικείων εσωρούχων …………… στο Μαρούσι αξίας 192,40 ευρώ και εν συνεχεία από το κατάστημα γυναικείων κοσμημάτων ………….. αξίας 528 ευρώ.

Το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είναι ηλικίας 7 ετών και είναι μαθήτρια της πρώτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου, διαμένει με τη μητέρα του, η οποία αναλίσκει όλο της το χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων της, που απορρέουν από την επιμέλεια αυτού, ασχολούμενη με τη φροντίδα και περιποίησή του έχοντας δημιουργήσει ένα ομαλό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, που παρέχει όλα τα εχέγγυα για τη σωστή του ανάπτυξη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί ο καθ` ου πατέρας. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, όπως καθορίζεται από τις βιοτικές και ψυχικές του ανάγκες, λαμβανομένης υπόψη της παιδικής του ηλικίας αλλά και των καταβαλλομένων φροντίδων της μητέρας του για την ανατροφή του, η οποία την περιβάλλει με αγάπη και μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του, επιβάλλει να ανατεθεί η προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου στη μητέρα. Τα αναιτέρω άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τον καθ` ου πατέρα, ο οποίος δεν μπορεί εν τοις πράγμασι να ασκήσει την επιμέλεια της ανήλικης κόρης του, λόγω του επαγγέλματός του. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο του καθ` ου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα στη δίκη περί της διατροφής από τη μητέρα του, εφόσον αυτή ασκεί την προσωρινή επιμέλεια (άρθρα 1516 παρ. 2 ΑΚ), δεν έχει περιουσία και εισοδήματα από άλλη οποιαδήποτε πηγή, λόγω της ηλικίας του, δεν μπορεί να ασκήσει βιοποριστική εργασία. Αυτό δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, καθώς διαμένει μαζί με τη μητέρα του σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ η μητέρα του προσφέρει, τις προσωπικές υπηρεσίες της στην ανατροφή και περιποίησή του, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως. Το ανήλικο έχει ανάγκη διατροφής, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ψυχαγωγίας. Οι δαπάνες για την ικανοποίηση των αναγκών του, ήτοι της συντήρησής του (διατροφή, ένδυση), της περίθαλψής του και εν γένει φροντίδας της υγείας του, της ψυχαγωγίας και του παραθερισμού, είναι οι συνήθεις που απαιτούνται για ανήλικα τέκνα της ίδιας ηλικίας, επιπλέον φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο με απόφαση προφανώς και των δύο γονέων του να φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο, του οποίου τα δίδακτρα είναι 5384,52 ευρώ ετησίως. Παράλληλα το ανήλικο τέκνο των διαδίκων παρακολουθείται από ειδικό λογοθεραπευτή λόγω προβλημάτων στην άρθρωση, δαπάνη η οποία ανέρχεται στο εφάπαξ ποσό των 1280 περίπου (2 συνεδρίες/εβδομάδα Χ 40 ευρώ/συνεδρία Χ 4 εβδομάδες/μήνα Χ 4 μήνες), ενώ έχει ασφάλεια ζωης με ετήσιο ασφάλιστρο 1033,01 ευρώ. Λόγω της ανωτέρω απόφασης των γονέων του να παράσχουν στην κόρη τους ένα υψηλό επίπεδο ζωής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανήλικη πρέπει να συνεχίσει να φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο και το επόμενο σχολικό έτος, να διατηρήσει, την ασφάλεια ζωής, ενώ κρίνεται αναγκαία και η παρακολούθηση λογοθεραπείας προς αντιμετώπιση των δυσκολιών της στην άρθρωση. Τις ανάγκες αυτές το ανήλικο τέκνο του καθ` ου δεν είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει με δικές του δυνάμεις και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα διατροφής σε χρήμα κατά μήνα καταβαλλόμενης έναντι του πατέρα του.

Ενόψει των ανωτέρω οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων, οι μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων του και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, ψυχαγωγία, ένδυση, και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λόγω ιδίως της ηλικίας του, προσδιορίζονται στο ποσά των 1.100,00 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο καθ` ου πρέπει να καταβάλει το ποσό των 900,00 ευρώ κατά το υπόλοιπο ποσό το οποίο απαιτείται για τη διατροφή του συμμετέχει και η αιτούσα μητέρα του, συνεισφέροντας σε αυτό με την προσφορά της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση, φροντίδα και φύλαξή του, η οποία είναι επίσης αποτιμητή σε χρήμα καθώς και με τις οικονομικές δυνάμεις που διαθέτει. Περαιτέρω η διατροφή της αιτούσας προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, περιλαμβάνει δε όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση αυτής, την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη και τις άλλες ανάγκες που είχαν διαμορφωθεί κατά τη συζυγική ζωή, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που δημιουργήθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης, η δε δαπάνη για τη διατροφή της ανέρχεται στο ήμισυ των αναγκών της οικογένειας κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ήτοι (3 000:2-) 1500 ευρώ. Από το ήμισυ του ποσού των οικογενειακών αναγκών αφαιρείται η συνεισφορά αυτού που έχει τη μικρότερη συμμετοχή, ήτοι της αιτούσας, και συγκεκριμένα αφαιρείται το ποσό των [1.500 Χ (1 .200:7.200) =] 250 ευρώ, και εν συνεχεία το ποσό συμμετοχής της στη διατροφή του τέκνου τους [1.100 Χ (1.200:7.200)=] ήτοι 183 ευρώ, και το υπόλοιπο που απομένει, ήτοι 11,500-(250+183)=] 1.067 ευρώ, είναι αυτό που θα απολάμβανε η αιτούσα από το μεγαλύτερο εισόδημα του καθ` ου.

 

 

 

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

 Ο σύζυγος που μετείχε με βάση την οικονομική του δυνατότητα στα βάρη του γάμου με ποσό μικρότερο από τον άλλο, δικαιούται, αδιαφόρως ευπορίας ή απορίας του, διατροφή, εφόσον διέκοψε τη συμβίωση από εύλογη αιτία.
Ομοίως και όταν η διακοπή προήλθε από τον υπόχρεο διατροφής λόγω παραπτώματος του δικαιούχου, οπότε, αν αυτό συνιστά λόγο διαζυγίου, περιορίζεται η διατροφή στα απολύτως αναγκαία (ελαττωμένη διατροφή), κατόπιν ένστασης περιέχουσας το παράπτωμα και αντίστοιχο αίτημα. Προσδιορισμός διατροφής βάσει αναγκών του δικαιούχου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με τις ανακύψασες από τη χωριστή διαβίωση.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Τις περισσότερες φορές οι σύζυγοι μετά την τέλεση του γάμου δημιουργούν περιουσιακά στοιχεία είτε με κοινές προσπάθειες είτε με προσπάθεια του ενός από τους δύο συζύγους.  

Ο νομοθέτης προέβλεψε ότι ο σύζυγος που έχει συνεισφέρει στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου έχει δικαίωμα να αναζητήσει δικαστικά την συμμετοχή του στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου. 

Η αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου απαιτεί έναν εξειδικευμένο δικηγόρο που έχει χειριστεί παρόμοιες υποθέσεις.   

Συγκεκριμένα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1400 του Αστικού Κώδικα, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.  

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. 

Οι δικηγόροι του γραφείου μας και ιδίως ο διαχειριστής της εταιρίας μας Στέφανος Οικονόμου, δικηγόρος στον Άρειο Πάγο έχουν χειριστεί πολλές υποθέσεις που ο ένας από τους δύο συζύγους διεκδικούσε συμμετοχή στην περιουσία που απέκτησε ο άλλος σύζυγος κατά την διάρκεια του γάμου. Η βαθιά γνώση του οικογενειακού δικαίου και η σχετική εμπειρία των δικηγόρων μας σε υποθέσεις συμμετοχής στα αποκτήματα εγγυώνται ότι θα χειριστούμε την υπόθεσή σας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και θα προασπίσουμε τα συμφέροντά σας.  

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Από την ίδια επίσης διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα προϋποθέτει αναγκαίως: α) αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, β) λύση ή ακύρωση του γάμου ή τριετής διάσταση των συζύγων που απαιτείται να είναι συμπληρωμένη, γ) συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος. Η συμβολή του ενάγοντος στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών, είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 του ΑΚ).  

Το είδος της συμβολής μπορεί να αναφέρεται σε οποιαδήποτε υλική παροχή η οποία εξέρχεται από τα όρια της υποχρέωσης για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και στην παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, οι οποίες είναι αποτιμητές σε χρήμα, μετά όμως την αποτίμηση της υποχρέωσης για συνεισφορά στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ). 

ΙΣΟΤΙΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ

Όπως έκρινε το Εφετείο Λάρισας:

.. καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟ

Όπως δέχεται ο Άρειος Πάγος κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”.

Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της (Α.Π. 447/2005). Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 1223/2007, 661-662/2005). Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ). Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει.

ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

Στην περίπτωση αυτή το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο (2) τουλάχιστον χρόνια. Στην περίπτωση αυτή ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΕΚΝΩΝ

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΕΚΝΩΝ 

Η διατροφή των παιδιών είναι ένα από τα πιο σοβαρά θέματα που προκύπτουν στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.  

Οι δικηγόροι του γραφείου μας έχουν μακρά εμπειρία στις οικογενειακές διαφορές και δη σε θέματα διατροφής τέκνου. Είναι δε κανόνας για μας να αντιμετωπίζουμε τις οικογενειακές υποθέσεις με ευαισθησία και κατανόηση και να προσπαθούμε για το καλύτερο και δικαιότερο αποτέλεσμα. 

Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί μετά την διακοπή της κοινής συμβίωσης που συνήθως είναι η μητέρα δικαιούται από τον άλλο γονέα ένα ποσό σε χρήμα για την διατροφή του παιδιού δηλαδή για την κάλυψη των αναγκών του σε στέγη, σίτιση, ιατρική περίθαλψη, σπουδές αλλά ακόμα και διασκέδαση. Βασικός κανόνας είναι ότι το παιδί μετά την διακοπή της συμβίωσης των γονέων του δικαιούται να απολαμβάνει το ίδιο επίπεδο ζωής που απολάμβανε και όταν όλη η οικογένεια κατοικούσε στην ίδια στέγη.  

Δυστυχώς οι σύζυγοι σπάνια συμφωνούν στο ύψος της αναγκαίας διατροφής αλλά και στην αναλογία που πρέπει να καλύπτει ο καθένας τους με δεδομένο ότι και οι δύο γονείς οφείλουν να συνεισφέρουν ανάλογα στην διατροφή του τέκνου ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του 

Σύμφωνα με το άρθρο 1486 παρ. 1 του Αστικού Κώδικα, βασική αρχή του δικαίου της διατροφής είναι η αδυναμία αυτοδιατροφής (απορία) που τίθεται ως προϋπόθεση της αξίωσης διατροφής. Ως αδυναμία αυτοδιατροφής νοείται η ανικανότητα του δικαιούχου να διαθρέψει μόνος του τον εαυτό του αποκλειστικά με δικά του μέσα διαβίωσης. Έτσι το άρθρο αυτό περιέχει γενικό κανόνα που αφορά κάθε δικαιούχο διατροφής σε οποιαδήποτε οικογενειακή σχέση και αν στηρίζει το δικαίωμά του. 

 Οι συνηθέστερες περιπτώσεις διατροφής είναι φυσικά οι περιπτώσεις διατροφής ανήλικου τέκνου. 

Όπως μπορούν να σας ενημερώσουν οι δικηγόροι μας, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 1486 παρ. 2 Α.Κ.) ένα ανήλικο τέκνο δικαιούται διατροφή εφόσον πληρούνται οι εξής προυποθέσεις: 

Α) Παντελής έλλειψη εισοδημάτων του τέκνου από οποιαδήποτε πηγή (έλλειψη περιουσίας, αδυναμία εξεύρεσης κατάλληλης εργασίας) 

i  «Κατάλληλη» είναι η εργασία όταν είναι συνήθης για τις συνθήκες ζωής του τέκνου και δεν εμποδίζει τη γενική ή την επαγγελματική του εκπαίδευση. 

ii  Η υποχρέωση εργασίας του τέκνου για να εξασφαλίσει την αυτοδιατροφή του αρχίζει μετά το 15ο έτος της ηλικίας του. 

Β) Ανεπάρκεια των εισοδημάτων του τέκνου (από την περιουσία ή/και την εργασία του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του) για την πλήρη κάλυψη των αναγκών διατροφής του 

Αυτό σημαίνει ότι το ανήλικο τέκνο οφείλει πρώτα να αναλώσει (εκποιήσει κλπ) τα κάθε λογής εισοδήματά του για αυτοδιατροφή του και μόνο αν δεν υπάρχουν ή δεν αρκούν τα εισοδήματά του, δικαιούται πλήρη ή συμπληρωματική διατροφή από τους γονείς του. Δεν υποχρεούται ωστόσο να αναλώσει το κεφάλαιο της περιουσίας του (πχ από καταθέσεις στο όνομα του τέκνου σε Τράπεζα). 

Γενικότερα ως περιουσία του τέκνου νοείται κάθε υλικό ή άϋλο αγαθό ή παροχή, που αποφέρει προσόδους στο τέκνο (πχ. ενοίκια από μισθωμένα ακίνητα, τόκοι κεφαλαίου, υποτροφίες ή άλλα βοηθήματα εκπαίδευσης). 

 Και μετά την ενηλικίωση όμως των τέκνων αυτά δικαιούνται διατροφή από τους υπόχρεους ( συνήθως τους γονείς τους ) εφόσον αδυνατούν να εργαστούν. 

Συνήθως η αδυναμία εργασίας πηγάζει από τις σπουδές των τέκνων. H υποχρέωση των γονέων για διατροφή ενηλίκου τέκνου που σπουδάζει πρέπει να κρίνεται με γνώμονα τις βιοτικές συνθήκες και των γονέων (ηλικία, υγεία, οικονομική ευχέρεια) αλλά και τη συμπεριφορά του τέκνου σε σχέση με το αντικείμενο των σπουδών του (επιμέλεια, ικανότητες, κλίσεις κλπ.). 

Η ιδιότητα του τέκνου ως φοιτητή/σπουδαστή συνήθως συνεπάγεται ότι αυτό δεν είναι σε θέση να ασκήσει παράλληλα οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία, χωρίς ταυτόχρονη βλάβη της υγείας του και της επιτυχούς αντιμετώπισης των σπουδών του. 

Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να ζητηθεί από μη αμειβόμενους φοιτητές/σπουδαστές να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους και να εργαστούν. 

Μεταπτυχιακές σπουδές: 

Κατ’ αρχήν δεν αναγνωρίζεται στο ενήλικο τέκνο δικαίωμα διατροφής για την πραγματοποίηση και δεύτερου κύκλου σπουδών (πχ δεύτερο πτυχίο, διδακτορικό δίπλωμα, μετεκπαίδευση στο εξωτερικό), εκτός εάν αυτό επέδειξε εξαιρετικές επιδόσεις στον πρώτο κύκλο σπουδών του. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως λαμβάνεται υπόψη τόσο η οικονομική κατάσταση των γονέων, όσο και η δυνατότητα του τέκνου να εξεύρει τα μέσα για την περαιτέρω επαγγελματική του κατάρτιση από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς (πχ υποτροφίες). 

Πώς υπολογίζεται το ποσό της διατροφής : 

Για τον καθορισμό του ποσού της διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονται. Στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις βιοτικές του συνθήκες, δηλαδή τους όρους διαβιώσεώς του (ανάλογη διατροφή). 

Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και την ανατροφή του τέκνου (πχ τροφή, ένδυση, στέγαση), την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του, καθώς και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του (πχ εκμάθηση ξένης γλώσσας, ενασχόληση με εξωσχολικές δραστηριότητες, ψυχαγωγία κλπ). 

Από πότε οφείλεται: 

Διατροφή οφείλεται μόνο για το μέλλον και προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. 

Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, δηλαδή όταν έχει προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση (ορισμένη και σαφής) του υποχρέου από το δικαιούχο αυτής, είτε για το σύνολο των μελλουσών παροχών είτε για συγκεκριμένο μέρος τους, δηλαδή για παροχές ορισμένου χρόνου. 

Τι συμβαίνει αν ο υπόχρεος δεν καταβάλλει τη διατροφή: 

Η παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή συνιστά ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους. Σύμφωνα με το άρθρο 358 του Ποινικού Κώδικα το έγκλημα αυτό στοιχειοθετείται όταν: 

1)      ο υπόχρεος δεν καταβάλλει τη διατροφή στο δικαιούχο. 

2)      ο υπόχρεος είναι κακόβουλος, δηλαδή ενώ έχει την οικονομική δυνατότητα, ωστόσο δεν παρέχει την οφειλόμενη διατροφή από απροθυμία και όχι απλώς από αδυναμία. 

3)      ο δικαιούχος έχει περιέλθει σε στερήσεις εξαιτίας των οποίων αναγκάζεται να δέχεται τη βοήθεια τρίτων προσώπων. 

4)      το δικαίωμα διατροφής θα πρέπει να έχει αναγνωριστεί δικαστικά 

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΝΕΙΟΥ

Στην υποθεση αυτή το που δίκασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, οι αντίδικοι, αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην Σύρο, σε μισθωμένη κατοικία. Η συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε την άνοιξη του έτους 1999 και έκτοτε οι διάδικοι ζουν χωριστά. Ήδη ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί με την υπ`αριθμ. 30/13.3.2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ` αυτής ασκηθείσης εφέσεως δυνάμει της υπ`αριθμ. 147/2009 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου η οποία επιδόθηκε την 7-10-2009 και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Κατά την τέλεση του γάμου η εναγόμενη δεν είχε περιουσιακά στοιχεία. Το έτος 1982, με το υπ` αριθμ. 13.377/14.6.1982 προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη – Κιράνη, νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ΡΘ με αριθμό 815 του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ`αριθμ. 16.675 /1985 διορθωτική πράξη του ιδίου, νομίμως επίσης μεταγεγραμμένη με αριθμό ……….στον τόμο ΥΔ των ιδίων βιβλίων, η εναγομένη απέκτησε οικόπεδο, πρώην ερειπωθείσα οικία, στη θέση Σπηλιές της πόλης της Σάμου, στο με αριθμό 85 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 102,80 τ.μ.. Οι διάδικοι ακολούθως συναποφάσισαν να χτίσουν στο οικόπεδο αυτό κατοικία προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα στη Σάμο.

Προς τούτο αφού έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες ελήφθη η υπ` αριθμ. 8/1986 ΤΠ 5242/22.11.1985 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σάμου και ξεκίνησε αμέσως μετά την επίλυση δικαστικής διαφοράς με όμορη ιδιοκτήτρια η ανέγερση οικοδομής, η οποία θα περιελάμβανε υπόγειο 47 τ.μ., διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας 77,60 τ.μ., διαμέρισμα α` όροφο 77,60 τ.μ. και δώμα 12 τ.μ.. Η δαπάνη για την έκδοση της αδείας αυτής ανήλθε στο ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Τελικώς από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια αποπερατώθηκε, πριν τη διάσταση των διαδίκων, το υπόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 47.02 τ.μ. όπου και διέμενε το ζεύγος των διαδίκων μέχρι το χωρισμό τους. Για την ανέγερση του διαμερίσματος αυτού, το οποίο ήταν μία μέτρια κατασκευή σύγχρονης κατοικίας χωρίς να γίνουν ιδιαίτερες και πολυτελείς δαπάνες, αποδεικνύεται ότι δαπανήθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ περίπου.

Επίσης κατασκευάστηκε το διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 77,60 τμ. το οποίο έφθασε μέχρι το στάδιο των δαπέδων, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 55.000 ευρώ περίπου. Δεν αποδεικνύεται ότι έγινε κάτι άλλο από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια (δεν αποδεικνύεται ότι έγινε πράγματι ο φέρων οργανισμός του Α ορόφου και το δώμα, τα οποία παραμένουν μελλόκτιστα και συνεπώς ουδεμία επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης επήλθε λόγω τέτοιων κατασκευών, διαρκούντος του γάμου των διαδίκων). Έτσι η όποια αύξηση του ενεργητικού της περιουσίας της εναγομένης περιορίζεται στις παραπάνω κατασκευές του υπογείου και ισογείου, καθώς και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου για την οποία δαπανήθηκε ποσό 3000 ευρώ. Η αξία που προσέδωσαν οι κατασκευές αυτές στο ακίνητο της εναγομένης, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, το συνολικό ύψος των δανείων που ελήφθησαν και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύεται ότι ανέρχεται για μεν την κατασκευή του διαμερίσματος του υπογείου στο ποσό των 20.000 ευρώ για δε την κατασκευή του ημιτελούς διαμερίσματος του ισογείου ορόφου στο ποσό των 60.000 ευρώ και για τις λοιπές εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 4.000 ευρώ, ήτοι συνολικά η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, αντιστοιχούσα στην αξία που προσδόθηκε στο ακίνητο της από την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ. Ο ενάγων για την ανέγερση των παραπάνω τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι συνέβαλε κατά το 1/3 δια εισοδημάτων από την εργασία του ως μηχανικός στα πλοία και στο Νεώριο της Σύρου και από τις συντάξεις που ελάμβανε από το NAT το ΙΚΑ και το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, ενώ προσέφερε και με τις προσωπικές του υπηρεσίες επιβλέποντας ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση αυτών, επιμελούμενος ως κύριος του έργου για το σύνολο των ζητημάτων που άπτονταν της κατασκευής. Ο ενάγων ειδικότερα εργαζόταν ως μηχανικός σε πλοία από το γάμο τους μέχρι το 1969, κατόπιν δε εργατικού ατυχήματος το έτος 1969 έλαβε από το έτος 1972 σύνταξη από το NAT ύψους τότε 5444 δραχμών μηνιαίως και εργαζόταν στο Νεώριο της Σύρου, διδάσκοντας μαθητές της Ναυτικής Σχολής. Έλαβε για το λόγο τούτο και δεύτερη σύνταξη από το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων μετάλλου, αρχικά προσωρινά και αργότερα οριστικά και συγκεκριμένα από 2-11-1987 μέχρι 31- 12-1987 18.350 δραχμές από 1-1-1988 μέχρι 31-10-1989 20.550 δραχμές, από 1-11-1992 σύνταξη νόσου με βασικό ποσό 16614 δραχμές και εφάπαξ βοήθημα 299.052 δραχμές.

Εξάλλου από το 1963 μέχρι το 1977 ο ενάγων ήταν ο μόνος που εργαζόταν στην οικογένεια και από τα εισοδήματα του και μόνο διαβιούσαν. Κατά τον χρόνο έναρξης της διάστασης οι διάδικοι είχαν ισάξια εισοδήματα περί τα 4.500.000 δραχμές ο καθένας. Ο ενάγων από τα εισοδήματα που είχε από την εργασία του συνέβαλε στην αποπληρωμή των δανείων, που ελήφθησαν για την αποπεράτωση των παραπάνω κτισμάτων Γ. συνολικού ποσού 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ και συγκεκριμένα τα παρακάτω : α) Δάνειο χρηματικού ποσού 1.100.000 δραχμών από τον ΑΟΕΚ β) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.607.522 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της Ελλάδος Α.Ε. γ) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.480.737 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της …………….. Α.Ε. δ) Δάνειο χρηματικού ποσού 8.600.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την …………………………………. Α.Ε. Δάνειο χρηματικού ποσού 8.000.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………Α.Ε.

Έτσι έλαβε επ` ονόματι της προς ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών δάνεια που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί τόσο στη δαπάνη ανέγερσης, όσο και στην πραγματική αξία που προσέδωσαν τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο της εναγομένης με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής.

Επισημαίνεται ότι η αξία αυτή δεν αποδεικνύεται ότι αυξήθηκε από την έναρξη της διάστασης μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η εναγομένη εργαζόταν από το 1977 στο Νοσοκομείο της Σύρου και έκτοτε είχε εισοδήματα από την εργασίας της, ύψους με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής περί τα 900 ευρώ μηνιαίως, μέρος των οποίων μετά από αφαίρεση ποσού που κατευθυνόταν στην αναλογική προς τις δυνάμεις της κάλυψη των οικογενειακών αναγκών στην ανέγερση της οικοδομής είτε μεσα είτε δια της αποπληρωμής μέρους των δόσεων των παραπάνω δανείων.

Επίσης εισέφερε και την προσωπική της εργασία στον συζυγικό οίκο η οποία κατά το μέρος επίσης που υπερέβαινε την υποχρέωση της για συνεισφορά αποτελούσε συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας της. Ωστόσο, η εναγόμενη η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό της συμβολής του ενάγοντος κατά το 1/3, αφού τα εισοδήματα που αναφέρει ότι είχε από την εργασία της, και αποδεικνύονται κατά τα ανωτέρω και οι αποτιμώμενες σε χρήμα υπηρεσίες της, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κατά ποίο ποσοστό υπερβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση της για αναλογική της συμβολή στις οικογενειακές δαπάνες, δεν επαρκούν για την κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης των κτισμάτων αυτών, και για την πληρωμή των δόσεων των στεγαστικών δανείων που έλαβε για το σκοπό αυτό, με δεδομένο ότι μέρος των εισοδημάτων της αναλογικά κατευθυνόταν υποχρεωτικά στην κάλυψη των δαπανών της πενταμελούς οικογενείας της, η οποία με δεδομένο ότι και τα τρία τέκνα των διαδίκων πραγματοποίησαν σπουδές, ήταν σημαντικού ύψους, ώστε να μην καταλείπονται στην εναγόμενη ιδιαίτερα περιθώρια αποταμίευσης και διοχέτευσης επαρκών χρηματικών μέσων για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης. Ειδικότερα δε δεν είναι δυνατόν δια των αποδειχθέντων αυτής παραπάνω εισοδημάτων και παροχών που δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί κατά ποιο μέρος τους, αφού αποτιμηθούν σε χρήμα υπερβαίνουν την υποχρέωση της για συμμετοχή στις ανάγκες της οικογένειας, να ανατραπεί η τεκμαιρόμενη κατά το 1/3 συμμετοχή του ενάγοντος στην ανέγερση της οικοδομής της.

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεων των συζύγων Β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενα σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών, μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Πιο συγκεκριμένα, δεν αρκεί μόνον η αναφορά του ποσού που συνεισέφερε ο ενάγων και η εν χρήμα αποτίμηση των παραπάνω υπηρεσιών, αλλά πρέπει να καθορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο και το ποσό το οποίο όφειλε αυτός, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ), αφού οι χρηματικές παροχές και οι υπηρεσίες του, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του, συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.